ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΣΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ (1974-1996)
του Θανάση Τσακίρη
Η Κυριακή των ευρωεκλογών του 2009 είναι σε τρεις ημέρες. Τα πολιτικά κόμματα διεξάγουν μιαν, ως επί το πλείστον, «εθνική» εκλογική εκστρατεία και, με εξαίρεση τον ΣΥΡΙΖΑ και τους Οικολόγους-Πράσινους, κανείς δεν ασχολείται με την Ευρώπη. Όσον αφορά το περιβάλλον ακούσαμε απίστευτα πράγματα, όπως ότι το ΚΚΕ είναι το πιο οικολογικό κόμμα (ξεχνώντας το Τσέρνομπιλ, την υποστήριξη των μορφών αυθαίρετης στέγασης όπου το έπαιρνε, την κατασυκοφάντηση του οικολογικού κινήματος ότι οδηγεί σε κλείσιμο εργοστασίων και σε ανεργία την εργατική τάξη κ.ο.κ. ως την κενού περιεχομένου «πράσινη ανάπτυξη» που είναι η νέα buzzword (λέξη-καραμέλα) του Γιώργου Παπανδρέου και του «νέου-νέου» ΠΑΣΟΚ. Για τη ΝΔ και τον ΛΑΟΣ δεν ασχολούμαστε. Κάθε πρωί που κινάω να πάω στη δουλειά, δεν βλέπω τα ψαροκάικα να φεύγουν σαν πουλιά ούτε το Μηνά για να κάνουμε όνειρα για ταξίδια μακρινά για τη Τζαμάικα. Βλέπω την καμένη Πάρνηθα και μου αρκεί. Όμως, τώρα που το ΠΑΣΟΚ ανεβαίνει στα τσαρτς των εκλογικών επιτυχιών για άλλη μια φορά καλό θα είναι να θυμηθούμε ένα κομμάτι από την ιστορία του, ειδικά για τα θέματα περιβάλλοντος.
Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε την πορεία που διένυσε το ΠΑΣΟΚ από τη μεταπολίτευση ως τις εκλογές του 1996 όσον αφορά την πολιτική για το περιβάλλον, προσπαθώντας μέσα από τις προεκλογικές διακηρύξεις, τις προγραμματικές δηλώσεις και το καταστατικό του. Η κυριαρχία του κόμματος αυτού στη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρου της μεταπολίτευσης μας υποχρεώνει σε μια εξονυχιστική μελέτη των τρόπων με τους οποίους εγγράφει στον ιδιαίτερο πολιτικό και προγραμματικό του λόγο τα περιβαλλοντικά και οικολογικά ζητήματα κάθε φορά που γίνεται ή πρόκειται να γίνει κυβερνητικό κόμμα αλλά και στις περιόδους που παραμένει στο ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που προσέλαβαν οι θέσεις του στις μετά την εκλογή του Κ. Σημίτη ως αρχηγού του κόμματος στο συνέδριο του 1996.
Η ανάδειξη του ζητήματος της μόλυνσης του περιβάλλοντος σε μείζονος σημασίας ζήτημα και εγγραφής του στη δημόσια πολιτική ατζέντα και, κατά συνέπεια, ως θέμα κυβερνητικών προγραμματικών δηλώσεων, έγινε από τον Ανδρέα Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ. Οι κινητοποιήσεις που είχαν προηγηθεί έδειξαν ότι ένα κόμμα το οποίο προσδοκούσε να κατακτήσει την κυβερνητική εξουσία, όπως ήταν τοΠΑΣΟΚ, και να διατηρηθεί σ’ αυτήν έπρεπε στοιχειωδώς να ανταποκριθεί, έστω και μόνο στο επίπεδο του λόγου, στα βασικά αιτήματα των κινητοποιήσεων. Παρά το γεγονός ότι οι αρχικές τοποθετήσεις του το 1981 ήταν ασαφείς και δεν καθόριζαν προτεραιότητες συγχέοντας την πρόληψη με την αποκατάσταση, διατήρηση και βελτίωση του περιβάλλοντος, εν τούτοις γέννησαν, όπως και στα περισσότερα θέματα εξάλλου της δημόσιας ατζέντας, όνειρα και ελπίδες σε μεγάλα στρώματα του πληθυσμού, ιδιαίτερα στην πρωτεύουσα και στις μεγάλες πόλεις. Το νέφος έγινε, κατά τον τότε Υ.Χ.Ο.Π. Αντώνη Τρίτση, τον άνθρωπο που άνοιξε πολλούς δρόμους για μια διαφορετική αντίληψη στο διοικητικό επίπεδο για το περιβάλλον [1] , “πολιτικό”. Στη συνεδρίαση της Βουλής με θέμα τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησής του ενώπιον της, για πρώτη φορά στη νεοελληνική πολιτική ιστορία, αριστερής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ο πρωθυπουργός Α. Γ. Παπανδρέου θα τονίσει: «Κύριοι Βουλευτές, η Εθνική Ανεξαρτησία και η Εδαφική Ακεραιότητα, η Λαϊκή Κυριαρχία και η Δημοκρατία, η αυτοδύναμη οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, η πολιτισμική μας αναγέννηση, το ξαναζωντάνεμα της υπαίθρου, η ριζική βελτίωση της ποιότητας ζωής στην πόλη και στο χωριό, η Κοινωνική Δικαιοσύνη και, τελικά, η Κοινωνική Απελευθέρωση, αποτελούν τους στόχους για την Κυβέρνησή μας και προσδιορίζουν το δρόμο που θα ακολουθήσουμε» [2]. Η εξειδίκευση των στόχων για το περιβάλλον δεν ξεκαθαρίζει και δεν καταγράφει ιδιαίτερες προτάσεις σχετικά με τη ριζική βελτίωση της ποιότητας ζωής στην πόλη και στο χωριό : «Θα εφαρμόσουμε μακρόπνοη πολιτική για να αναστρέψουμε την καταστρεπτική πορεία και να θεμελιώσουμε σε γερές βάσεις την προστασία του περιβάλλοντος. Θα δοθεί το βάρος στην πρόληψη και λιγότερο στη θεραπεία. Σκοπεύουμε στην εναρμόνιση της ανάπτυξης με το περιβάλλον, στην αποφυγή κατασπατάλησης φυσικών πόρων και στην ανακύκληση πρώτων υλών. Θα ληφθούν άμεσα μέτρα για μείωση της ρύπανσης από τη βιομηχανική παραγωγή και τα μέσα μεταφοράς. Ειδικά για το νέφος, καθώς και άλλα προβλήματα αιχμής, δε θα διστάσουμε να πάρουμε οποιοδήποτε μέτρο κριθεί απαραίτητο χωρίς καμμιά ταλάντευση» [3].
Το 1981, λοιπόν, ξεκίνησε η δύσκολη ενηλικίωση του ΠΑ.ΣΟ.Κ και συνάμα η παράξενη εξοικείωσή του με έναν κάπως διαφορετικό πολιτικό λόγο, αυτόν της οικολογίας. Η προϊστορία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. από το 1974 ως το 1981 έχει σημαδευτεί από την ταχεία μετατροπή του από ένα κόμμα ριζοσπαστικής διαμαρτυρίας σε κόμμα εξουσίας [4] . Ο πολιτικός του λόγος ενσωμάτωνε στα ρητορικά του σχήματα τις έννοιες-κλειδιά της παραδοσιακής αλλά και της ανανεωτικής αριστεράς. Η ιδρυτική του διακήρυξη, το πολιτικό πρόγραμμά του μιλούσαν για τον εκδημοκρατισμό του κράτους, την κατάργηση των αντικομμουνιστικών νόμων, την επιστροφή των πολιτικών προσφύγων, την αποκατάσταση και διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών και, πάνω απ’ όλα, την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη με κατεύθυνση το σοσιαλισμό. Επειδή το στελεχικό του δυναμικό προερχόταν από την παλιά κεντροαριστερά της δεκαετίας του ‘60 αλλά και από τα νεολαιίστικα και αντιδικτατορικά κινήματα της αριστεράς μπήκε στο πολιτικό προσκήνιο μετά τη μεταπολίτευση πολύ πιο δυναμικά από την παραδοσιακή (ΚΚΕ) και την ανανεωτική αριστερά (ΚΚΕ εσωτ. – ΕΔΑ). Η διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη 1974 έθετε στα πλαίσια του αγώνα για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό ως επί μέρους στόχους για το «σήμερα ορατό μέλλον (…) [Μ]ια οικιστική και πολεοδομική πολιτική που να εξασφαλίζει πολιτισμένη κατοικία σε κάθε Ελληνική οικογένεια (…) [Τ]ην προστασία του περιβάλλοντος, τη βελτίωση της ποιότητας ζωής σε συνδυασμό με την αξιοποίηση των εθνικών λαϊκών παραδόσεων και τη συμμετοχή όλου του Λαού στην πολιτική εξέλιξη (…) [Η] θεμελίωση μιας κοινωνίας χωρίς αλλοτρίωση και γραφειοκρατία, θα πραγματοποιηθούν με τη συνεχή λαϊκή επαγρύπνηση, έλεγχο και κινητοποίηση»[5].
Στη διάρκεια της συζήτησης επί των προγραμματικών δηλώσεων της πρώτης αμιγούς κυβέρνησης της Ν.Δ. το Δεκέμβριο του 1974 μόνο ο Α. Παπανδρέου εκ μέρους του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και ο Γ. Μαύρος εκ μέρους του κόμματος «Ένωσις Κέντρου – Νέες Δυνάμεις» που ήταν στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης μίλησαν, έστω και έμμεσα, για περιβαλλοντικά προβλήματα. Ο Γεώργιος Μαύρος, που το 1981 συστρατεύθηκε με τον Α. Παπανδρέου για να «πέσει το κράτος της δεξιάς», είπε στην αγόρευσή του ότι «η ενίσχυσις των επαρχιακών κέντρων είναι ανάγκη εθνική (…) να γίνουν κέντρα οικονομικά, πολιτικά και τέρμα εις αυτόν τον πληθυσμιακόν άξονα Αθηνών – Θεσσαλονίκης, ο οποίος μετά από εικοσαετίαν θα μας δίδη την εξής εικόνα : η χώρα θα έχη δυο πόλεις υδροκεφάλους, η κάθε μια από αυτές θα έχη επτά έως οκτώ εκατομμύρια κατοίκους και θα έχη ερημωθεί η ύπαιθρος» [6]. Ο πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στη δική του ομιλία έθεσε ουσιαστικότερα θέματα προς συζήτηση από τον πρόεδρο της Ε.Κ. – Ν.Δ. στο βαθμό που έθεσε θέμα ρήξης με την εξάρτηση της χώρας από τα κέντρα του ιμπεριαλισμού, υποστήριξε το αίτημα περί κλεισίματος των Αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα, υποσχέθηκε ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ. θα αγωνιστεί για αυξήσεις μισθών, στήριξη του αγροτικού εισοδήματος και για ουσιαστική και όχι μεταπρατική εκβιομηχάνιση της χώρας. Κατήγγειλε την εκμετάλλευση των φυσικών πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας από τα ξένα και ντόπια μονοπώλια κάνοντας έτσι μια πρώτη έμμεση αναφορά σε μια συνέπεια της “στρεβλής ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού”. Ζητά να ανατραπεί η πορεία της “ψευτοανάπτυξης” των μονοπωλίων και των πολυ-εθνικών επιχειρήσεων. Τέλος επισημαίνει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των υπέρ ξενοδόχων ευνοιών των δικτατορικών κυβερνήσεων[7] : «[με] την ευκαιρία των εκλογών όλοι είχομεν την ευκαιρίαν να ίδωμεν τα γιαπιά του τουρισμού που έχουν γεμίσει την Ελλάδα (…) ας το καταλάβουμε κάποτε: έχουμε την ευθύνη να προστατεύσουμε τον τόπο και την περιουσία του».
Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. οργανωτικά δεν έχει στη φάση αυτή να προτείνει, εκτός από την πρώτη έκκληση μετά την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος για αυτοοργάνωση του κινήματος, κάποια καινούργια οργανωτική δομή που να λαμβάνει υπόψη του τις νέες ανάγκες που γεννώνται με την εκκόλαψη των νέων κοινωνικών κινημάτων, και ιδιαίτερα του οικολογικού, που θέτουν νέες οργανωτικές αντιλήψεις στο προσκήνιο του πολιτικού διαλόγου. Οι μαζικοί οικολογικοί αγώνες που ξέσπασαν στο χρονικό διάστημα ανάμεσα στις εκλογικές αναμετρήσεις δίχασαν τις τοπικές οργανώσεις του ΠΑΣΟΚ αλλά δεν επέφεραν σημαντικές μεταβολές στο συνολικότερο πολιτικό και οργανωτικό πλαίσιο δράσης του [8]. Η όξυνση της οικονομικής κρίσης και η ένταση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων μαζί με την πτώση των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης υποβαθμίζουν το ζήτημα του περιβάλλοντος σε ζήτημα ενασχόλησης ολίγων διανοουμένων του περίγυρου του ΠΑΣΟΚ. Ο Ανδρέας Παπανδρέου ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης το Νοέμβριο του 1977 δεν θα αναφερθεί στο ζήτημα του περιβάλλοντος παρά μόνο στην ανάπτυξη και στην αναδιανομή του εθνικού εισοδήματος. Μια κοινωνία που ακόμη δεν έχει επουλώσει τις πληγές της μακρόχρονης οικονομικής “καθυστέρησής της”, της εσωτερικής κι εξωτερικής μετανάστευσης και δεν έχει ακόμη καταχωνιάσει βαθιά στο υποσυνείδητό της τις οικονομικές κρίσεις, τις περιπέτειες των πολέμων και των προσπαθειών ανασυγκρότησης, δεν αλλάζει προτεραιότητες σε βάρος της οικονομικής μεγέθυνσης και του αντίστοιχου καταναλωτικού προτύπου. Το ανερχόμενο πλέον ΠΑΣΟΚ θα εκφράσει αυτές τις αγωνίες και στο λόγο του Α. Παπανδρέου θα βρει την αντανάκλασή της. Μόνον ο βουλευτής του κινήματος Ιωάννης Κουτσοχέρας θα αναφερθεί στην Ακρόπολη και τα άλλα μνημεία της Αθήνας που κινδυνεύουν από τη μόλυνση του περιβάλλοντος και από το βιομηχανικό κλοιό που περιβάλλει την πόλη, ρωτώντας την κυβέρνηση γιατί δεν προτείνει τη μεταφορά των εργοστασίων από την πρωτεύουσα «γιατί εάν και εφ’ όσον συνεχιστεί αυτή η κατάσταση και τα μνημεία μας καταστρέφονται αλλά και η υγεία των κατοίκων διατρέχει μέγιστο κίνδυνο. Και στο σημείο αυτό προτείνω να συσταθεί μια Διακομματική Επιτροπή για να ασχοληθεί γενικότερα με το θέμα της ρύπανση του περιβάλλοντος και το θέμα της διάσωσης της Ακρόπολης και των μνημείων» [9]. Ο Γ. Μαύρος από την άλλη παροπλίζεται πολιτικά σε μια συρρικνωμένη Ε.ΔΗ.Κ (μετεξέλιξη της Ε.Κ.-Ν.Δ.), η οποία υπό τον νέο αρχηγό της Ιωάννη Ζίγδη θα οδηγηθεί στις εκλογές του 1981 στο διασυρμό και στην εξαφάνιση από το πολιτικό προσκήνιο. Και οι δυο γηραιοί πολιτικοί θα πλαισιώσουν μαζί με τους εναπομείναντες πολιτικούς του φίλους τους συνδυασμούς του ΠΑ.ΣΟ.Κ. σε μια γενικότερη αντιδεξιά πολιτική παρέμβαση [10]. Γι’ αυτό θα δούμε στο πλαίσιο αυτό τη θέση και του κ. Ζίγδη στη συζήτηση του Δεκεμβρίου 1977, ο οποίος ασκεί κριτική και στα πεπραγμένα αλλά και στις προγραμματικές βλέψεις του Υ.Χ.Ο.Π. : «Έχουμε ένα ανάπηρο υπουργείο. Το υπουργείο Δημοσίων Έργων είναι ανάπηρο. Του αναθέσαμε έργα δισεκατομμυρίων, που ούτε να μελετήσει, ούτε να επιβλέψει τη εκτέλεσή τους μπορεί (…) [Α]λλά υπάρχει και ένα θέμα τεράστιο που με καταπλήσσει γιατί ούτε καν το αναφέρει η κυβέρνηση. Είναι το θέμα της καταστροφής του περιβάλλοντος. Κύριοι, η τεχνολογία στα χέρια του κεφαλαιοκρατισμού δημιουργεί σήμερα κινδύνους για τη διατήρηση της ζωής στον πλανήτη, για την επιβίωση του ανθρώπου πάνω στην επιφάνεια της γης» [11]. Ο κ. Ζίγδης εκπλήσσει τον αναγνώστη των πρακτικών γιατί δείχνει ότι είναι ο μόνος από τους βουλευτές του μη παραδοσιακού αριστερού πολιτικού χώρου που αναδεικνύει δυο βασικά ζητήματα : την καπιταλιστική χρήση κι εκμετάλλευση της τεχνολογίας και την έννοια της αρμονικότητας της φύσης και του ανθρώπου στο γήινο οικοσύστημα, δεκατρία έτη πριν από την πρώτη επίσημη εμφάνιση του πολιτικού λόγου της οικολογίας στο Ελληνικό κοινοβούλιο. Ταυτόχρονα υποδεικνύει και τους βασικούς πολιτικούς υπεύθυνους για τα προβλήματα της Αθήνας, γιατί εκτός από το μεταπολεμικό σύστημα εξουσίας και οικονομίας κατονομάζει τους διαδοχικούς υπουργούς Οικισμού και Δημοσίων Έργων, δηλαδή τον Κων. Δοξιάδη και τον Κων. Καραμανλή που τους κατηγορεί με τα εξής λόγια : «Το να αφήνεις να αναπτύσσεται μια συγκέντρωση ανθρώπων μέσα σ’ ένα τόσο περιορισμένο χώρο, χωρίς να προβλέπεις υπονόμους, χωρίς να προβλέπεις θέση για τ’ αυτοκίνητα, χωρίς να προβλέπεις στοές, είναι εγκληματικό. Δημιουργείς παγίδες, όπου τα καυσαέρια και οι αναθυμιάσεις καθιστούν τη ζωή του ανθρώπου πραγματικά αδύνατη».
Ας επανέλθουμε όμως στον Νοέμβριο του 1981 και στις συζητήσεις για τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Η πόλωση ανάμεσα στα δυο αντιμαχόμενα πολιτικο-κοινωνικά στρατόπεδα του ΠΑ.ΣΟ.Κ και της ηττηθείσας Ν. Δ. καθώς και η κατά κράτος νίκη του Κ.Κ.Ε. απέναντι στο Κ.Κ.Ε (εσωτ.) και τις υπόλοιπες οργανώσεις της αριστεράς είχε σαν αποτέλεσμα μια τρικομματική Βουλή. Μόνο ο Μανώλης Γλέζος ως συνεργαζόμενος με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. κατάφερε να εκλεγεί για λογαριασμό της Ε.Δ.Α., ο οποίος προτείνει ένα σχέδιο αποκέντρωσης της κρατικής εξουσίας σε τέσσερις βαθμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και να θέσει ζητήματα λαϊκής αυτοδιοίκησης και άμεσης συμμετοχής των πολιτών στην άσκηση της εξουσίας και την εκπόνηση πολεοδομικών σχεδιασμών [12]. Για πρώτη φορά στα χρονικά της Ελληνικής Βουλής ακούγεται ένας “κινηματικός” λόγος με την παρέμβαση του Μ. Γλέζου : «Η ΕΔΑ πιστεύει ότι τα αυτόνομα κινήματα, όπως της ειρήνης, των γυναικών, της προστασίας του περιβάλλοντος, οικολογικό κλπ. και όπως και οι λαϊκές οργανώσεις γυναικών, νεολαίας, συνδικάτα, πραγματοποιούν εδώ και τώρα τη λαϊκή συμμετοχή, ενισχύουν τον αγώνα, για ριζικές αλλαγές, τόσο περισσότερο, όσο έχουν εξασφαλίσει την αυτονομία τους και ανεξαρτησία τους απέναντι στα κόμματα» [13]. Το ερώτημα που ετίθετο σ’ εκείνη τη φάση ήταν το κατά πόσο τα κινήματα στα οποία αναφερόταν ο βουλευτής θα ετύγχαναν της πρέπουσας μεταχείρισης από το, κυβερνητικό πλέον, ΠΑ.ΣΟ.Κ. που είχε από νωρίς δείξει στα κοινωνικά κινήματα (συνδικαλιστικό, γυναικείο κλπ) ότι προτιμά ελεγχόμενες κομματικά παρεμβάσεις και κατά πόσον η Ε.Δ.Α. θα κατάφερνε να μπολιάσει το ΠΑ.ΣΟ.Κ. με τις νέες κινηματικές λογικές. Ο στόχος της ΕΔΑ να πιέσει ουσιαστικά για την υλοποίηση του τέταρτου, και ξεχασμένου και από το κυβερνητικό πρόγραμμα, στόχου της διακήρυξης της 3ης Σεπτέμβρη : «τη δημοκρατία σ’ όλες τις φάσεις της δημόσιας ζωής» [14] στην πραγματικότητα δεν ήταν εφικτός στο βαθμό που το ΠΑΣΟΚ αφομοιωνόταν από τα παραδοσιακά στηρίγματα του κράτους και δεν είχε ταυτόχρονα τη λογική του συντονιστικού κέντρου κοινωνικών κινημάτων αλλά εξέφρασε μιαν ιδιαίτερα συγκεντρωτική όπως φάνηκε στην πορεία λογική στις σχέσεις του με αυτά.
Η τετραετία 1981-85 δεν χαρακτηρίζεται από ριζοσπαστικές μεταβολές σε ό,τι αφορά την κυβερνητική πολιτική του ΠΑΣΟΚ για το περιβάλλον, πολιτική που περιορίζεται στην απλή διαχείριση του υπάρχοντος status – quo. Αν εξαιρέσουμε κάποιες κινήσεις που, όντως, άσκησαν επιρροή στο επίπεδο των εντυπώσεων (π.χ. διάνοιξη ελευθέρων εισόδων σε παραλιακές ζώνες καταπατημένες από ξενοδοχεία κλπ.) καθώς και την επέκταση και πιο συχνή χρήση μέτρων κυκλοφοριακής απαγόρευσης (μεγάλος δακτύλιος στο λεκανοπέδιο Αττικής) το Υ.Χ.Ο.Π. περιορίστηκε σε γενικόλογες εξαγγελίες και ασκήσεις επί χάρτου. Πιο παραγωγική αποδείχτηκε για την πολιτική παρέμβαση σε περιβαλλοντικά ζητήματα δεύτερη τετραετία διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ Η πολιτική αυτή παρέμβαση δεν οφειλόταν βέβαια στην καλή θέληση της κυβερνητικής και κομματικής ηγεσίας ούτε απλώς και μόνο στην υλοποίηση οραμάτων του κ. Τρίτση. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Ο Α. Παπανδρέου κατά την παρουσίαση του κυβερνητικού προγράμματος ενώπιον της νέας κοινοβουλευτικής αντιπροσωπίας που προέκυψε από τις εκλογές της 2/6/1985: «Οι Στόχοι μας : Το όραμα μιας κοινωνίας που εμπεριέχεται στο τρίπτυχο ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ – ΛΑΪΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ – ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ αποτελεί το σταθερό οδηγό της πολιτικής μας πράξης» με τέταρτο, κατά σειράν, στρατηγικό στόχο «την αυτοδύναμη και ισόρροπη οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη που συνδυάζεται με την πολιτιστική και πνευματική αναγέννηση του τόπου μας και την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος» [15]. Μια ένδειξη ότι ακόμη το κυβερνητικό κόμμα δεν είχε αφομοιώσει τον οικολογικό λόγο είναι η ξεχωριστή παράθεση των στόχων για τη χωροταξία – πολεοδομία[16] από τη μια και για το περιβάλλον από την άλλη [17], ενώ πρόκειται για τις κατ’ εξοχήν αλληλοσυνδεόμενες έννοιες. Πρόκειται για αποτέλεσμα της λογικής του “κολλάζ” την οποία υποχρεώθηκε εκ των πραγμάτων να υιοθετήσει το ΠΑΣΟΚ στα πλαίσια μιας πολυσυλλεκτικότητας στη στρατηγική του για τη διατήρηση της εκλογικής του παντοδυναμίας χωρίς ταυτόχρονα να προχωράει σε μια πιο στενή οργανική σύνδεση με επι μέρους κινήματα, πέραν των παραδοσιακών στα πλαίσια των οργανώσεων των οποίων κατέχει πλέον την πλειοψηφία (ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ, ΠΑΣΕΓΕΣ). Έτσι για το ζήτημα της χωροταξίας θέτει ως άμεσους στόχους τη σύνταξη – τήρηση του Εθνικού Κτηματολογίου, την αναμόρφωση της νομοθεσίας για τον περιφερειακό και τομεακό σχεδιασμό και την ολοκλήρωση της θεσμοθέτησης και εφαρμογής των νομαρχιακών χωροταξικών σχεδίων, την προώθηση της εφαρμογής των Ρυθμιστικών Σχεδίων Αθήνας και Θεσσαλονίκης [18],την προώθηση, ψήφιση κι εφαρμογή νέου Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, την ολοκλήρωση των μελετών για την οικιστική ανάπτυξη των ελληνικών χωριών με πληθυσμό μικρότερο των 2.000 κατοίκων και, τέλος, την προώθηση της Επιχείρησης Πολεοδομικής Ανασυγκρότησης της χώρας, δηλαδή την ένταξη 500.000 στρεμμάτων αυθαιρέτων κατοικιών στα σχέδια πόλης [19]. Για το περιβάλλον οι στόχοι παραμένουν γενικοί και αόριστοι ως ένα βαθμό, ή και όσοι εξειδικεύονται προκαλούν ερωτηματικά με βάση τις προηγούμενες εμπειρίες εάν και κατά πόσον μπορούσαν να υλοποιηθούν. Έτσι, επιδιώκεται να ψηφιστεί ο βασικός νόμος-πλαίσιο για την προστασία του περιβάλλοντος, να εφαρμοστούν εξειδικευμένα προγράμματα προστασία και άμεσα μέτρα σε περιβαλλοντικές κρίσεις, να ολοκληρωθεί η ανάπτυξη ενός Εθνικού Δικτύου Ελέγχου Ρύπανσης, να προχωρήσει η κατασκευή έργων ανάπλασης σε πόλεις και χωριά, να προχωρήσει η στελέχωση και λειτουργία του Οργανισμού για την Προστασία του Περιβάλλοντος Αττικής, να δοθούν κίνητρα μετεγκατάστασης οχλουσών βιομηχανιών και βιοτεχνιών από κατοικημένες εργατικές γειτονιές, να οργανωθούν βιομηχανικά και βιοτεχνικά πάρκα και να δοθούν κίνητρα για την βελτίωση των συστημάτων κεντρικής θέρμανσης και θερμομόνωσης και της ποιότητας των καυσίμων.
Ένα ακόμη νέο στοιχείο που χαρακτηρίζει την από πλευράς κυβερνητικής πλειοψηφίας παρέμβαση είναι το ότι για πρώτη φορά παρουσιάζονται θέσεις για το περιβάλλον όχι μόνο από πρωθυπουργικά χείλη αλλά και από αρμόδιους υπουργούς αλλά και από βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και συνεργαζόμενους. Έτσι ο τότε Υπουργός Γεωργίας [20] δήλωσε ότι, στο βαθμό που εντάσσεται στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, θα φέρει προς ψήφιση στη Βουλή σχέδιο νόμου για την αναθεώρηση του νόμου 996 / 71 που αφορούσε την προστασία των δασών και δασικών εκτάσεων και την εφαρμογή του δασικού κτηματολογίου. Υποσχόταν να προωθήσει την εκπαίδευση του προσωπικού των δασικών υπηρεσιών και να δημιουργήσει δασοφυλακή ως ιδιαίτερο σώμα. Ανέδειξε επίσης το ζήτημα των προστατευομένων δασικών εκτάσεων που χρειάζεται ρύθμιση καθώς και το ζήτημα του κυνηγιού. Άφηνε επίσης ανοιχτό, μη δίνοντας περαιτέρω διευκρινίσεις, το ζήτημα της εκκαθάρισης των εποικιστικών εκκρεμοτήτων με σχέδιο νόμου. Ο Yπουργός Γεωργίας τελείωνε την ομιλία του με την παρακάτω υπόσχεση, την οποία διατύπωσε στην κομματική διάλεκτο της εποχής, ότι στον τομέα των δασών «θα ενταθούν οι προσπάθειες για την προληπτική προστασία του δασικού πλούτου, την ολοκλήρωση του προγράμματος του αποτερματισμού των δασών (…) και θα προσπαθήσουμε κυρίως να τροποποιήσουμε την καταπιεστική νομοθεσία, η οποία (…) έχει δημιουργήσει σωρεία προβλημάτων σ’ ολόκληρη τη χώρα» [21].
Ο βασικός νόμος-πλαίσιο για το περιβάλλον ψηφίστηκε το 1986 [22]. Πρόκειται για ένα σημαντικό, έστω και αργοπορημένο κατά δυο τουλάχιστον δεκαετίες, νόμο που έχει ως βασική αρχή το δημοκρατικό προγραμματισμό και προβαίνει σε μια κατ’ αρχήν κατάταξη σε έναν κατάλογο των προστατευομένων περιοχών της χώρας καθώς και των προστατευομένων ειδών [23]. Όμως, πρυτανεύουν τα τεχνοκρατικά κριτήρια και υποβαθμίζεται η δυναμική της ενεργοποίησης και συμμετοχής των άμεσα ενδιαφερομένων πολιτών, συνεχίζεται η έλλειψη συντονισμού ανάμεσα στα δυο συναρμόδια υπουργεία (ΥΠΓΕ και ΥΠΕΧΩΔΕ), δείχνοντας για άλλη μια φορά τα όρια της λογικής του ΠΑΣΟΚ το οποίο επιμένει να μην αφομοιώνει κριτικά τις βασικές αρχές του οικολογικού λόγου και να προσπαθεί να υποτάξει στην αναπτυξιακή οικονομική διαδικασία τις όποιες περιβαλλοντικές του ευαισθησίες [24].
Τα αποτελέσματα των εκλογών της 18/6/1989 οδηγούν το ΠΑΣΟΚ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατηγορούμενο για μια σειρά σκανδάλων, πραγματικών και υποθετικών. Η ΝΔ και ο νεοδημιουργηθείς Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου από ΚΚΕ, ΕΑΡ και άλλες αριστερές και κεντρώες πολιτικές δυνάμεις σχηματίζουν κυβέρνηση συνεργασίας υπό την πρωθυπουργία του ηγετικού στελέχους της πρώτης Τζαννή Τζαννετάκη. Η κοινοβουλευτική συζήτηση επί των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης αυτής απέδειξε περίτρανα ότι τα ελληνικά πολιτικά κόμματα παρά τις όποιες διακηρύξεις παρέμεναν αγκυλωμένα στο παρελθόν, ένα παρελθόν που περιόριζε τον προγραμματικό λόγο των κομμάτων στις οικονομίστικες αντιλήψεις, στον κομφορμισμό και στη θεσμολαγνεία. Το σύνολο των παρεμβάσεων των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ επικεντρωνόταν στην υπεράσπιση των κυβερνητικών πεπραγμένων της οκταετίας 1981-9, με σχεδόν αποκλειστική αναφορά στην οικονομική πολιτική και με ιδιαίτερη μνεία της πρώτης τετραετίας, καθώς και στην ανάγκη υπεράσπισης των στελεχών του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που επρόκειτο, μετά και την κατάθεση από βουλευτές της Ν.Δ. και του Συνασπισμού πρότασης παραπομπής, να αντιμετωπίσουν τα Ειδικά Δικαστήρια. Έτσι ούτε τις ελάχιστες παρεμβάσεις στο ζήτημα του περιβάλλοντος με την ψήφιση του νόμου 1650/86 υπερασπίστηκαν, παρά την ευκαιρία που τους δόθηκε.
«Το ΠΑΣΟΚ είναι ανοιχτό πολιτικό κίνημα που αγωνίζεται για τις πανανθρώπινες αξίες, την ειρήνη, την πρόοδο και την ευημερία. Με αφετηρία τη διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη αγωνίζεται για το σοσιαλισμό, για να κατοχυρώσει την Εθνική Ανεξαρτησία, Λαϊκή Κυριαρχία, Κοινωνική Απελευθέρωση, στα πλαίσια μιας σύγχρονης, δημοκρατικής και πλουραλιστικής κοινωνίας. Το ΠΑΣΟΚ πιστεύει στις αξίες του δημοκρατικού σοσιαλισμού, την ελευθερία, τη δημοκρατία, την ισότητα, την κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη και επιδιώκει την όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου».
Αυτές είναι οι βασικές “αξίες” του νέου ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1990, όπως καταγράφονται στο 5ο άρθρο του καταστατικού που ενέκρινε το σώμα του 2ου συνεδρίου του κινήματος, συνέδριο που διεξήχθη από την 20ή ως την 23η Σεπτεμβρίου 1990 [25]. Έτσι, στη δεκαετία που διανύουμε, το ΠΑΣΟΚ θέτει ως, τρίτο κατά σειρά, στόχο του να ενισχύσει «τις πρωτοβουλίες των κινημάτων των πολιτών, που υπερασπίζονται το φυσικό περιβάλλον και την ποιότητα της ζωής» [26].
Αντιλαμβάνεται όμως το ΠΑΣΟΚ το ζήτημα του φυσικού περιβάλλοντος και της ποιότητας της ζωής με έναν ποιοτικά διαφορετικό τρόπο σε σχέση με τα άλλα πολιτικά κόμματα ; Προσαρμόζεται οργανωτικά με τέτοιων τρόπο ούτως ώστε να συμπεριλάβει στις γραμμές του νέους πολίτες που ανάγουν το ζήτημα του περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής σε κυρίαρχο ζήτημα χωρίς όμως να υποβαθμίζουν τους δημοκρατικούς και σοσιαλιστικούς του στόχους ; Βλέπουμε, κατ’ αρχήν, ότι ενώ με το άρθρο 7 θεωρεί πως «στο κίνημα μπορούν να υπάρχουν και να διαμορφώνονται ελεύθερα ρεύματα ιδεών και αντιλήψεων» δεν γίνεται αποδεκτή «η δημιουργία οργανωμένων ομάδων με δική τους δομή, λειτουργία και πειθαρχία για την επιβολή των απόψεών τους» [27], ενώ τονίζεται ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ. είναι ένα κίνημα «με ελευθερία στις ιδεολογικές αναζητήσεις» παράλληλα σ’ αυτό ανήκουν όσοι γίνονται μέλη του και «δεν συμμετέχουν ή δεν προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε άλλο κόμμα ή σχηματισμό, ή συμμετέχουν σε οργανώσεις που από τη φύση και τη δομή τους έρχονται σε αντίθεση με τις αρχές και το Καταστατικό του ΠΑΣΟΚ»[28].
Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. με τις διατάξεις του καταστατικού του αποκλείει πολίτες, άνδρες και γυναίκες, που δέχονται τις βασικές αρχές της πολιτικής και της κοινωνικής οικολογίας δραστηριοποιούμενοι σε αντίστοιχες οργανώσεις, ακόμη και όταν αυτές οι οργανώσεις δεν δραστηριοποιούνται πολιτικά σε ανταγωνισμό μαζί του. Γι’ αυτό και δείχνει να διακατέχεται από έντονους φόβους όσον αφορά τη συγκρότηση των ρευμάτων σε πτέρυγες, στο βαθμό που ενδέχεται να αποδιαρθρωθούν οι παραδοσιακές πολιτικές ηγεσίες του χώρου του οργανωμένου ΠΑΣΟΚ από την υιοθέτηση αρχών πολιτικής και κοινωνικής οικολογίας. Λειτουργεί ως μια οργάνωση που θεωρητικά απορρίπτει το “δημοκρατικό συγκεντρωτισμό” στην πράξη όμως κάνει ακριβώς το αντίθετο, μη αποδεχόμενη την ελευθερία των μελών της να ιδρύουν θεματικές οργανώσεις ή και να συμμετέχουν σε μη κομματικές οικολογικές οργανώσεις [29] . Η ενσωμάτωση στον καταστατικό λόγο του ΠΑΣΟΚ στοιχείων από το λόγο του οικολογικού κινήματος δείχνει ότι το κόμμα προσπαθεί να “ανιχνεύσει” και να “πιάσει τους σφυγμούς” της εποχής πριν αυτοί εξελιχθούν σε μαζικούς κοινωνικούς “σπασμούς” [30] σε μια χώρα από τις πιο υποβαθμισμένες οικολογικά στη νυν Ευρωπαϊκή Ένωση [31] . Οι έρευνες κοινής γνώμης έδειξαν, εξ άλλου, ότι στις νέες ηλικίες ψηφοφόρων το ζήτημα του περιβάλλοντος ανάγεται σε πρωτεύον ζήτημα σε σχέση με την οικονομική ανάπτυξη και την αναδιανομή του εισοδήματος [32] και το ΠΑΣΟΚ είναι εύλογο να αναζητά νέες πηγές άντλησης ψηφοφόρων για να ισορροπήσει τις μελλοντικές του απώλειες προς τα αριστερά κόμματα και προς τη λύση «λευκό – άκυρο – αποχή» που διαγράφονταν απειλητικά στον ορίζοντα, ιδιαίτερα μετά το 1994[33] ως συνέπειες των αλλεπάλληλων αλλαγών στην κυβερνητική πολιτική του ΠΑΣΟΚ στο πλαίσιο της στρατηγικής της σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας στις απαιτήσεις των ορίων της Οικονομικής και Νομισματικής Ενοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου στις προγραμματικές δηλώσεις της νέας κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ που προέκυψε από τις εκλογές της 10ης Οκτώβρη του 1993, τόνισε ότι «[Ο] Λαός μας, με την ψήφο του στο ΠΑΣΟΚ, διατύπωσε την απαίτησή του για ασφάλεια, δικαιοσύνη, κοινωνική συνοχή. Διατύπωσε την αξίωσή του για αποκατάσταση του κράτους δικαίου, αναβάθμιση των δημοκρατικών θεσμών, σταθερότητα, ανάπτυξη, κοινωνική προστασία» [34]. Η νέα αντίληψη του ΠΑΣΟΚ δεν αφίσταται από την παλαιότερη όσον αφορά το στόχο της οικονομικής ανάπτυξης αλλά εντάσσεται στα πλαίσια της σύγκλισης, όπως ήδη τονίστηκε, για την ένταξη στην ΟΝΕ, και για το λόγο αυτό όλες οι προτάσεις για το περιβάλλον διέπονται από τη λογική αυτή. Οι προτάσεις του ΠΑΣΟΚ δεν περιλαμβάνονται λεπτομερώς στις κυβερνητικές δηλώσεις παρά μόνον επιγραμματικά : πολεοδομικός σχεδιασμός, οργάνωση παραγωγικών πάρκων, ανακύκλωση πρώτων υλών, καταπολέμηση της ρύπανσης, ιδιαίτερα των θαλασσών. Ένα επίσης θέμα που αναφέρει επιγραμματικά και κυρίως για λόγους αναπτυξιακούς είναι κι αυτό της εκτροπής του Αχελώου ποταμού για το οποίο υπήρξαν πολλές φωνές εντός και εκτός ΠΑΣΟΚ εντελώς αντίθετες απόψεις από την κυρίαρχη. Τέλος, υιοθετήθηκε η αρχή των γενικών ή τοπικών δημοψηφισμάτων για ζητήματα Περιβάλλοντος, Οικολογίας και Ποιότητας Ζωής [35].
Στις εκλογές της 22ας Σεπτεμβρίου του 1996, το ΠΑΣΟΚ κέρδισε για πρώτη φορά εκλογές χωρίς τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ο νέος πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και αναβαπτισμένος στη λαϊκή ετυμηγορία πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης εκφράζει το νέο εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ : «Ο Ελληνικός Λαός επέλεξε την πορεία για (…) την ανάπτυξη μιας ανταγωνιστικής και δυναμικής οικονομίας, για ένα κοινωνικό κράτος, για τον εκσυγχρονισμό του κράτους και της διοίκησης» [36] χωρίς να αναφέρεται στις περιβαλλοντικές και οικολογικές διαστάσεις αυτής της πορείας. Στις υποσημειώσεις του λόγου του ο κ. Σημίτης ενώ έχει αναφερθεί εκτεταμένα στην οικονομία, στην ανάπτυξη και στον εκσυγχρονισμό, στη διεθνοποίηση / παγκοσμιοποίηση κάνει και κάποια νύξη : «…όταν λέμε ποιότητα ζωής δεν εννοούμε μόνο εκείνα τα στοιχεία που κάνουν το περιβάλλον πιο υγιεινό. Εννοούμε όλα αυτά που κάνουν τον άνθρωπο να αισθάνεται ότι ζει σε μια πολιτισμένη κοινωνία. Σε μια κοινωνία που σέβεται το παρελθόν της και προγραμματίζει το μέλλον της. Πρέπει να θεμελιώσουμε μια βιώσιμη και ισόρροπη ανάπτυξη. Οι στόχοι μας για την επόμενη τετραετία ξεκινούν από την εφαρμογή του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, την ταχεία πρόοδο στην κατάρτιση του εθνικού κτηματολογίου και αφορούν πολλά άλλα θέματα, όπως την καταπολέμηση της ρύπανσης και τη βελτίωση του αστικού περιβάλλοντος. Γι’ αυτά θα σας μιλήσουν λεπτομερειακά οι αρμόδιοι Υπουργοί» [37].Στη δική του παρέμβαση ο Κ. Λαλιώτης, ως Υπουργός Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., αναφέρθηκε στα «πάνω από επτά χιλιάδες έργα, προγράμματα και δράσεις σ’ολους τους κρίσιμους τομείς, με εθνική, περιφερειακή και νομαρχιακή αναφορά» σε όλες τις περιπτώσεις χρηματοδοτούμενων από την Ε.Ε. μεγάλων έργων καθώς και στην προώθηση της Χάρτας για την προστασία της Ελληνικής Φύσης στα πλαίσια του προγράμματος Natura 2000 και στα σχέδια ΑΤΤΙΚΗ S.O.S. ΚΑΙ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ S.O.S. [38]. Είναι φανερή η προσπάθεια αυτή τη φορά να συνδυαστούν τα αναπτυξιακά έργα και η περιβαλλοντική φροντίδα στα πλαίσια της βιώσιμης ανάπτυξης.
Το μεγάλο αυτό κόμμα που κυριάρχησε στα περισσότερα χρόνια της μεταπολίτευσης προσπάθησε, με τον τρόπο της συμπαράταξης-συγκόλλησης των εκπροσώπων των κινημάτων και των αιτημάτων τους, να ενσωματώσει στοιχεία του λόγου του οικολογικού κινήματος δίχως όμως να προσδίδει από τη μια την πρωτοκαθεδρία σ’ αυτό και από την άλλη να ανταποκριθεί σε αιτήματα-κλειδιά που να ανατρέπουν την ομαλή προσαρμογή του ΠΑΣΟΚ στην πολιτική και κυβερνητική εξουσία.
[1] Ακόμη και μεγάλη μερίδα πολιτικών του αντιπάλων από τον εξωκοινοβουλευτικό αριστερό και οικολογικό χώρο, αναγνωρίζουν τις οικολογικές του προθέσεις και θεωρούν πολλά από τα σχέδιά του, ιδίως για την πολεοδομία και το ρυθμιστικό σχέδιο, ως πρωτοποριακές που με την προϋπόθεση μιας διαφορετικής πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης θα μπορούσαν να εφαρμοστούν. Βλ. και συνέντευξη με Πάνο Τότσικα.
[2] Βλ. πρακτικά Βουλής Γ1, σελ. 25. Τα πλάγια δικά μου (Θ.Τ.).
[3] Στο ίδιο, σελ 25. Να σημειωθεί ότι αυτή είναι όλη η έκταση της παραγράφου περί περιβάλλοντος στις δηλώσεις. Τα πλάγια δικά μου (Θ.Τ.) : πρόκειται για όρους που μερικά χρόνια αργότερα θα γίνουν κοινός τόπος για όσους ξεφεύγουν από τα παραδοσιακά πλαίσια και θα επανενταχθούν στα κομματικά προγράμματα όλων ανεξαιρέτως των κομμάτων όπως θα δούμε παρακάτω.
[4] Για την πορεία του ΠΑΣΟΚ βλ. Σπουρδαλάκης Μιχάλης (επιμ.) (1998) ΠΑΣΟΚ: Κόμμα-Κράτος-Κοινωνία. Αθήνα: Εκδ. Πατάκη
[5] Απόσπασμα από την ιδρυτική διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη 1974, σελ. 7-8.
[6] Ο κ. Μαύρος διεκδικεί τον τίτλο του πρώτου εν βουλή περιβαλλοντολόγου αλλά όχι και ακριβόλογου προφήτη. Φαίνεται ότι μπέρδεψε την οδό Εγνατίας με τη … Μάντισον Άβενιου και τη Σοφοκλέους με τη Γουώλ Στρητ. Βλ. Πρακτικά Βουλής, Α1, σελ. 23 και περί Μάντισον Άβενιου, Α1, σελ. 21.
[7] Στο ίδιο, σελ. 26.
[8] Βλ. και Ορφανίδης Χ. (επιμ.) (1987), Το οικολογικό κίνημα στην Ελλάδα. Αθήνα: Εκδόσεις Μετά τη Βροχή, σελ. 74-81. και στο ίδιο Δωροβίνης Β., σελ. 36-73
[9] Βλ. Πρακτικά Βουλής, Β1, σελ. 52
[10] Ο Γεώργιος Μαύρος δημιούργησε τη βραχύβια Παράταξη Κέντρου (ΠΑΡ.ΚΕ) και συστρατεύτηκε στα ψηφοδέλτια της “αλλαγής” το 1981 και ο Γεώργιος Ζίγδης ακολούθησε με την Ε.ΔΗ.Κ. τον ίδιο δρόμο το 1985.
[11] Βλ. Πρακτικά Βουλής, Β1, σελ. 18. Τα πλάγια δικά μου (Θ.Τ.)
[12] Βλ. Πρακτικά Βουλής, Γ1, σελ. 47 – 9.
[13] Στο ίδιο, σελ. 49. Τα πλάγια δικά μου (Θ.Τ.).
[14] Ο τονισμός των συντακτών της διακήρυξης της 3ης Σεπτέμβρη, σελ.8
[15] Βλ. Πρακτικά Βουλής, Δ1, σελ. 22. Τα πλάγια δικά μου (Θ.Τ.)
[16] Στο ίδιο, σελ. 29.
[17] Στο ίδιο, σελ. 30.
[18] Το ρυθμιστικό της συμπρωτεύουσας έπρεπε πρώτα να ψηφιστεί βέβαια.
[19] Άλλαξα τη σειρά βάζοντας τελευταίο το στόχο της ένταξης αυθαιρέτων κατοικιών στα σχέδια πόλης για να συνδεθεί με τους στόχους για το περιβάλλον για να καταδείξω πως ακόμη δεν είχε γίνει, ή δεν επιδιωκόταν να φανεί πως γίνεται αντιληπτό, το ότι οι συνεχόμενες εντάξεις θα δημιουργούσαν νέα προβλήματα στο βαθμό που νέοι αυθαιρετούχοι θα εμφανίζονται σε κάθε εκλογική αναμέτρηση με την απαίτηση της ένταξης των αυθαιρέτων τους στα σχέδια πόλης. Δες συνέντευξη με Π.Τότσικα
[20] Πριν αναλάβει το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας με την αλλαγή της κυβερνητικής εισοδηματικής πολιτικής και τη διαγραφή του Γ. Αρσένη, των συνδικαλιστών της ΠΑΣΚΕ που διαφώνησαν και την ανατροπή της πλειοψηφίας της διοίκησης της ΓΣΕΕ.
[21] Ας σημειωθούν οι δυο λέξεις αποτερματισμός και καταπιεστική. Δεν διευκρινίζει ο κ. Σημίτης τι ακριβώς εννοεί με τις λέξεις αυτές. Για την πρώτη, που υποθέτω ότι πρόκειται περί καθαρά νεολογισμό από αυτούς που μας είχε συνηθίσει η τότε ηγεσία τουΠΑ.ΣΟ.Κ., θεωρώ ότι αναφέρεται σε αναδασώσεις. Για την άλλη, υποθέτω ότι κάτι άλλο ήθελε να πει και εν τη ρύμη του λόγου παρασύρθηκε.
[22] Αποσπάσματα παραθέτει ο Νέζης Ν., (1992), Το Ανθρώπινο Περιβάλλον. Αθήνα: Εκδ. Πιτσιλός σελ. 43 – 47. Το πλήρες κείμενο του νόμου 1650/86 περιλαμβάνει 33 άρθρα και δημοσιέυθηκε στο Φ.Ε.Κ. 160 Α/86.
[23] Η κατηγοριοποίηση αυτή σχετίζεται με την ένταξη στις προβλέψεις του νόμου αυτού όλων των προηγουμένων προεδρικών διαταγμάτων και άλλων διατάξεων που είχαν εκδοθεί κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘70 και ορίζει το ΥΠΕΧΩΔΕ και όχι του Υπουργείο Γεωργίας ως το βασικό αρμόδιο υπουργείο για την προώθηση και εφαρμογή του νόμου. Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. Κουβέλης Σπ., «Η έννοια της προστασίας» στο Θ. Παπαγιάννης, Σ. Κουβέλης, Δ. Καραβέλλας, Χ. Πατέρας, Β. Κατσούπας, Σ. Παπασπηλιόπουλος, Π. Πλαγιανάκος, Ν. Μπεόπουλος, Σ. Γκατζογιάννης, Γ. Πυργιώτης και Β. Δωροβίνης (επιμ)., (1996), Το περιβάλλον στην Ελλάδα 1991-1996. Κίνηση πολιτών, Σύλλογος Πολεοδόμων Tοπογράφων και Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση (WWF-Ελλάς). Ίδρυμα Μποδοσάκη σελ. 21-34.
[24] Είναι χαρακτηριστική η σειρά καθορισμού των κριτηρίων για τον προσδιορισμό των επιθυμητών και επιτρεπομένων ορίων και ποιοτήτων εκπομπής αποβλήτων στο εδάφιο 3 του 1ου άρθρου του νόμου που θέτει ως πρώτο την επιστημονική γνώση και εμπειρία, ως τρίτο τις τοπικές συνθήκες του πληθυσμού και των αναγκών ανάπτυξης και μόλις στην έβδομη και τελευταία θέση βρίσκεται η ευαισθητοποίηση και ενεργοποίηση των πολιτών, οι οποίοι όμως δεν καλούνται για συμμετοχή στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Βλ. Νέζης Ν., (1992) ο.ε.π.σελ 43 – 4.
[25] Βλ. Παπαδημητρίου Γ. & Σπουρδαλάκης Μ. (1994), Τα καταστατικά των πολιτικών κομμάτων, Αθήνα – Κομοτηνή, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
[26] Στο ίδιο άρθρο Νο. 5, σελ.29. Τα πλάγια δικά μου (Θ.Τ.).
[27] Στο ίδιο, στο άρθρο Νο. 7, σελ. 30.
[28] Στο ίδιο, άρθρο Νο.16,και σ.σ. 30 και 33.
[29] Μόνο μετά την επικράτηση στο ΠΑΣΟΚ του Κ. Σημίτη άρχισε να γίνεται λόγος περί θεματικών οργανώσεων και να συγκροτούνται μερικές παρά την αντίδραση του μεγάλου αριθμού μελών του παραδοσιακού κομματικού μηχανισμού που οχυρώνονται πίσω από το καταστατικό του 1990.
[30] Εξ άλλου όταν γραφόταν και ψηφιζόταν το εν λόγω καταστατικό ήταν νωπές οι μνήμες από το μαζικό ξεσηκωμό των κατοίκων του νομού Θεσπρωτίας με την υπόθεση των λυμάτων του ποταμού Καλαμά κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών της κυβέρνησης ΠΑ.ΣΟ.Κ. (1985-9) και είχε ήδη εγερθεί το θέμα των πηγών της Αραβησσού στο νομό Μαγνησίας που εξελισσόταν σε διαμάχη κοινοτήτων και πολιτών σε νομό με μεγάλη επιρροή του ΠΑ.ΣΟ.Κ.
[31] Απ’ όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω δεν υπάρχει ένας δείκτης κατάταξης των χωρών της Ε.Ε. με βάση τον οποίο να ορισθεί κάποια συγκεκριμένη θέση σε μια τέτοιου τύπου κλίμακα. Για τα ιδιαίτερα προβλήματα υπάρχουν δείκτες και αριθμοί : Βλ. Δ. Λίποβατς-Κρεμεζή, Μ.Μανδαρακά, Λ.Παπαγιαννάκης, «Η βιομηχανία στο αστικό περιβάλλον-Η περίπτωση του Ελαιώνα» στο Ρόκος Δ. (Επιμ.), (1994), Επιστήμες και Περιβάλλον στα Τέλη του Αιώνα: Προβλήματα και Προοπτικές. Αθήνα: Εναλλακτικές Εκδόσεις/Οικολογική Σκέψη 9, σ.σ. 314-24. Επίσης στον ίδιο τόμο βλ. Αγγελίδης Μ., «Η διεπιστημονική προσσέγιση των ζητημάτων αιχμής της ανάπτυξης του χώρου στην Ελλάδα», σ.σ.251-60 και Α.Σιόλας, Μ. Διαμαντόπουλος, «Οι “μη” επιπτώσεις του πολεοδομικού σχεδιασμού στο περιβάλλον. Η Διεπιστημονική προσέγγιση των προβλημάτων της Δυτικής Αθήνας», σ.σ. 295-300.
[32] Η μόλυνση του περιβάλλοντος κατείχε το Φεβρουάριο του 1980 την 6η θέση (με 3,6%) στη σειρά κατάταξης των σημαντικότερων προβλημάτων της χώρας σε αντίθεση με τον πληθωρισμό που με 57,7 % κατείχε την πρώτη θέση στη δημοσκόπηση της εταιρείας ΜRB. Το Δεκέμβριο του 1994 οι «Τάσεις» της ΜRB καταγράφουν τα τρία σημαντικότερα προβλήματα της χώρας και διαπιστώνουμε ότι με ένα διευρυμένο θεματολόγιο ο ερωτώμενος πληθυσμός ανεβάζει το ποσοστό που αντιστοιχεί στη μόλυνση του περιβάλλοντος σε 10,6% ενώ η θέση του στην κλίμακα είναι η 9η (σημαντικότερη τηρουμένων των αναλογιών από το 1980). Το πρόβλημα του πληθωρισμού παραμένει πάντα πρώτο με 50,6% ενώ το πρόβλημα της ανεργίας έχει εκτοξευθεί με 43,3% στην 2η θέση. Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. Λούλης Γ., (1995) , Η Κρίση της Πολιτικής στην Ελλάδα : Εκλογές – Κοινή Γνώμη – Πολιτικές Επιλογές 1980-1995, Αθήνα, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης., σ.σ. 42 και 523.
[33] Βλ. Μαυρής Γ., (1997), «Οι τάσεις αποδόμησης / μετασχηματισμού του μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος» στην Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, Τεύχος 9ο, Αθήνα, Εκδόσεις Θεμέλιο, σ.σ. 179 – 96.
[34] Βλ. Πρακτικά Βουλής, Η1, σελ. 15.
[35] Στο ίδιο, σελ. 19.
[36] Βλ. Πρακτικά Βουλής Θ1, σελ. 22.
[37] Στο ίδιο, σελ. 28. Τα πλαγια δικά μου (Θ.Τ.).
[38] Στο ίδιο, σελ. 127-9. Για την περιφερειακή Υμηττού και τις ελλείψεις περιβαλλοντικής μελέτης για το έργο βλ. Συνέντευξη Π.Τότσικα στο Παράρτημα και στις αποφάσεις του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας καθώς και τις σχετικές με το θέμα μελέτες του Ε.Μ.Π. στις οποίες αναφέρεται.