Η άλαλος άνοιξις
«Υπήρχε κάποτε μια πόλη στην καρδιά της Αμερικής όπου όλα τα έμβια όντα έμοιαζαν να ζουν αρμονικά με το περιβάλλον τους. Η πόλη βρισκόταν τοποθετημένη στη μέση μιας σκακιέρας εύπορων αγροκτημάτων, με σιτοχώραφα και λόφους γεμάτους οπορώνες, όπου, κατά την άνοιξη, άσπρα σύννεφα ανθών ανεμοσέρνονταν πάνω από τους πράσινους αγρούς. Κατά τα φθινόπωρο, οι βαλανιδιές, οι σφένδαμνοι και οι σημύδες δημιουργούν μια λάμψη χρωμάτων που φλόγιζαν κι ανάλαμπαν ανάμεσα στα πεύκα της λοφοπλαγιάς. Τότε αλεπούδες υλακτούσαν στους λόφους και ελάφια και ζαρκάδια διέσχιζαν σιωπηρά τους αγρούς, μισοκρυμμένα στην καταχνιά των φθινοπωρινών πρωινών. Κατά μήκος των δρόμων, δάφνες, βιβούρνα και ράμνοι, μεγάλες φτέρες κι αγριολούλουδα γίνονταν χάρμα οφθαλμού για τους ταξιδευτές κατά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Ακόμη και κατά το χειμώνα, οι άκρες των δρόμων ήταν χώροι κάλλους, όπου αμέτρητα πουλιά έρχονταν και τρέφονταν με καρπούς και σπόρους ξεραμένων αγριόχορτων.»
Rachel Carson (1962)
Υψηλές συγκεντρώσεις αμιάντου απειλούν τα νερά του Αλιάκμονα
Στη διαπίστωση ότι τεράστιες ποσότητες αμιάντου περιέχονται στο χώμα και στη σκόνη της ευρύτερης περιοχής των Μεταλλείων Αμιάντου Βόρειας Ελλάδας (MABE), απειλώντας τα νερά της λίμνης Πολυφύτου και του Αλιάκμονα και γενικότερα τη δημόσια υγεία, καταλήγει έρευνα του Πολυτεχνείου Κρήτης.Η έρευνα, υπό τον τίτλο «Αξιολόγηση τοξικότητας στην ευρεία περιοχή Μεταλλείων Αμιάντου Βόρειας Ελλάδας», πρόκειται να δημοσιευτεί σύντομα στο επιστημονικό έντυπο Journal of Hazardous Materials. Σύμφωνα με το Βήμα, επειδή από τον Αλιάκμονα υδρεύεται τμήμα της πόλης της Θεσσαλονίκης, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν τα όρια συγκέντρωσης που έχουν θεσπιστεί για το πόσιμο νερό.Σύμφωνα με την έρευνα ορισμένα τμήματα των εγκαταστάσεων βρίσκονται εκτεθειμένα στις καιρικές συνθήκες, με συνέπεια οι ίνες αμιάντου να διαφεύγουν στο περιβάλλον.«Ακόμη και οι ελάχιστες ποσότητες αμιάντου αποτελούν έναν σοβαρότερο παράγοντα ρύπανσης και μια μεγάλη απειλή για τη δημόσια υγεία, εξαιτίας της ιδιαίτερα τοξικής φύσης του υλικού» δηλώνει ο αναπληρωτής καθηγητής κ. Ευάγγελος Γιδαράκος.Οι νέες αναλύσεις (2005) που έγιναν σε λεπτόκκοκα επιφανειακά δείγματα εδάφους, στις εναποθέσεις του μεταλλείου, έδειξαν ότι περιέχουν 60% με 70% καθαρού αμιάντου. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο συνολικός όγκος εναπόθεσης φτάνει περίπου τα 70 εκατ. τόνους, με υψηλές περιεκτικότητες αμιάντου.O κίνδυνος αυξάνεται αν ληφθεί υπόψη ότι η κλίση του εδάφους σε ορισμένα σημεία μπορεί να οδηγήσει σε τοπικές κατολισθήσεις με κίνδυνο να απελευθερωθούν ακόμη μεγαλύτερες ποσότητες αμιάντου στην ατμόσφαιρα και στους κοντινούς υδροβιότοπους- ιδιαίτερα στη λίμνη Πολυφύτου.Άλλο ένα πρόβλημα έχουν δημιουργήσει οι αποθέσεις υλικών επεξεργασίας αμιάντου, στις οποίες οφείλονται οι αλλαγές στη λεκάνη απορροής του Αλιάκμονα. Αυτοί οι «φράχτες» αποβλήτων έχουν δημιουργήσει σε ορισμένα σημεία εγκλωβισμένα νερά (σαν μικρές λίμνες) με συνέπεια περιοδικά ρυάκια να διέρχονται μέσω αυτών των αποθέσεων. Έτσι, το νερό παρασύρει στην πορεία του άγνωστες ποσότητες αμιάντου και τις οδηγεί στον ποταμό Αλιάκμονα.Παλαιότερες δειγματοληψίες ύδατος που ελήφθησαν από τον Αλιάκμονα παρουσίαζαν ιδιαίτερα υψηλές συγκεντρώσεις ελεύθερων ινών αμιάντων, οι οποίες σε μερικά σημεία υπερέβαιναν το επιτρεπόμενο όριο της συγκέντρωσης ινών αμιάντων στο νερό (7.000.000 ίνες/λίτρο). Μερικά χιλιόμετρα μακριά από τις αποθέσεις των αποβλήτων βρέθηκαν συγκεντρώσεις που κυμαίνονταν από 8.000.000 ως 35.910.000 ίνες/λίτρο. Οι νέες δειγματοληψίες ύδατος που ελήφθησαν από το Πολυτεχνείο Κρήτης τον Ιούνιο του 2005, έδειξαν ότι η κατάσταση δεν έχει αλλάξει. (Πηγή: http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=731442&lngDtrID=244)
Εισαγωγή
Με τον όρο «περιβαλλοντισμός» εννοούμε το κοινωνικό κίνημα, τις ιδέες και τις προτάσεις που αναπτύσσουν οι πολίτες που ενδιαφέρονται για το μέλλον της σχέσης ανθρώπου και φυσικού περιβάλλοντος. Ο περιβαλλοντισμός είναι κοινωνικό κίνημα δηλαδή συλλογικοί αγώνες από ανθρώπους «που έχουν κοινούς σκοπούς και αλληλεγγύη μεταξύ τους και βρίσκονται σε κατάσταση παρατεταμένης αλληλεπίδρασης με το κράτος, τις δημόσιες και ιδιωτικές αρχές και τις σχετικές ελίτ»[1].
Η δεκαετία του 1960 βρήκε τον καπιταλιστικό κόσμο αλλά και την εκβιομηχανισμένη «σοσιαλιστική Ευρώπη» στην πιο «ευτυχισμένη» οικονομικά εποχή. Οι δείκτες της ανάπτυξης ανέβαιναν σταθερά στη Δυτική Ευρώπη, το κράτος πρόνοιας λειτουργούσε με ελάχιστες τριβές και τα εργατικά συνδικάτα είτε συνδιαχειρίζονταν την καπιταλιστική επιχείρηση σε μεγάλο βαθμό είτε ασκούσαν ένα είδος ελέγχου στις επενδυτικές αποφάσεις (ΟΔΓερμανίας, Σκανδιναβικές χώρες), η αγροτική οικονομία εκμηχανιζόταν και, ταυτόχρονα, η εμπορευματική καπιταλιστική παραγωγή κάλυπτε τις ανάγκες των ανθρώπων. Όμως, κάποιοι άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι αυτή η βιομηχανική ανάπτυξη έχει και αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Ακόμη χειρότερα η ατομική ενέργεια και οι πυρηνικές δοκιμές των δύο υπερδυνάμεων, δηλαδή των ΗΠΑ και τη ΕΣΣΔ, θα ξεσήκωναν επιστήμονες ολκής όπως ο Albert Einstein και ο Bertrand Russel οι οποίοι θα συνέγειραν τις συνειδήσεις των διανοουμένων και των κριτικά σκεπτόμενων πολιτών απαιτώντας να σταματήσει η καταστροφή της ανθρωπότητας με τη διάχυση της ραδιενέργειας. Είχαν ήδη προηγηθεί περιστατικά όπως η έκρηξη του σταθμού δοκιμών των ΗΠΑ στην Ατόλη Μπικίνι στον Ειρηνικό Ωκεανό που προκαλούσε το θάνατο πολλών Ιαπώνων και άλλων ψαράδων για πολλούς μήνες. Η βιολόγος Rachel Carson με το έργο της Silent Spring έδινε έμφαση «στην ευπάθεια των οικολογικών σχέσεων» προσπαθώντας «να θέσει βαθιά τα ανθρώπινα όντα στις σχέσεις αυτές κι όχι στην άκρη τους, και να θέσει υπό αμφισβήτηση τις παραδοσιακές έννοιες της επιστημονικής προόδου».[2] Οι ιστορικοί για θέματα περιβάλλοντος υποστηρίζουν η «Σιωπηλή Άνοιξη» ήταν η σπίθα που έδωσε το έναυσμα για την έκρηξη της δημιουργίας περιβαλλοντικών ομάδων και οργανώσεων και των νομοθετικών παρεμβάσεων στις δεκαετίες του 1960 και 1970. Οι ηγέτες των τοπικών ομάδων του αποκεντρωποιημένου σύγχρονου περιβαλλοντικού κινήματος στράφηκαν στο έργο της Carlson αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για την «ύψιστη φωνή αυθεντίας και την αυθεντική φωνή διαμαρτυρίας» λόγω του επιστημονικού έργου της και του θάρρους της να συγκρουστεί στο ηθικο-φιλοσοφικό και επιστημονικό επίπεδο με τη χημική βιομηχανία και την κυβέρνηση αλλά και για το γεγονός ότι μια γυναίκα εναντιώθηκε στον ανδροκρατούμενο χώρο των θετικών επιστημών και αμφισβήτησε τις καθιερωμένες αυθεντίες. [3].
Λίγο πριν ένας πρώην κομμουνιστής και από τη δεκαετία του ’60 κι ύστερα αντιεξουσιαστής, ο Murray Bookchin, έγραφε την πρώτη πραγματεία περί «πολιτικής οικολογίας» με τίτλο Our Synthetic Environment (με το ψευδώνυμο Lewis Herber). Στα μέσα της ίδιας δεκαετίας άρχισαν να προβληματίζονται πολλοί επιστήμονες -κυρίως βιολόγοι και μελετητές του οικοσυστήματος- με την επίπτωση των βιομηχανικών μονάδων παραγωγής στους ανανεώσιμους και μη ανανεώσιμους πόρους του πλανήτη, την αύξηση του πληθυσμού της γης και την ικανότητά της να τρέφει τον πλεονάζοντα πληθυσμό.[4]
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 μια σειρά από εκδόσεις βιβλίων και δημοσιεύσεις επιστημονικών άρθρων σε επιθεωρήσεις και περιοδικά αρχίζουν να «ανοίγουν τα μάτια» ολοένα και περισσότερων ανθρώπων. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης της εποχής «μυρίστηκαν» την ένταξη στις δημόσιες αντιπαραθέσεις μιας νέας θεματολογίας και ενός νέου κοινού που ξεχώριζε από τις παλιότερες γενιές, Έτσι έστρεψαν τους φακούς του στην ανάλυση του νέοου φαινομένου, που άκουγε στο όνομα «περιβαλλοντικό κίνημα».[5]
Το 1972 η έκθεση της Λέσχης της Ρώμης, με τίτλο Τα όρια της ανάπτυξης, τόνιζε ότι «η απεριόριστη ανάπτυξη σ’ ένα πεπερασμένο σύστημα είναι μια απραγματοποίητη ,φαντασίωση».[6] Επιπλέον, το ίδιο έτος, το περιοδικό Ecologist με το άρθρο «Προσχέδιο για την Επιβίωση» πρότεινε «μια στρατηγική για την αλλαγή και υπογράμμιζε ότι οι αποκεντρωμένες κοινωνικές δομές ταιριάζουν σε μια (αυτό)διατηρούμενη κοινωνία».[7]
Που οφείλεται η «παρακμή του περιβάλλοντος»; Ποιες είναι οι αιτίες που οδήγησαν στη μόλυνση του εδάφους, του αέρα και του νερού του πλανήτη; Είναι αντιστρέψιμη η κατάσταση; Αν ναι, ποιες είναι οι κοινωνικές δυνάμεις που μπορούν να αντισταθούν στην περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης του πλανήτη και να αποκαταστήσουν τις σοβαρές ζημιές που έχει υποστεί το οικολογικό σύστημα, εν ολίγοις να σωθεί η ανθρωπότητα και η φύση;
Ας ξεκινήσουμε πρώτα απ’ όλα από ορισμένους ορισμούς και αργότερα θα φτάσουμε σε ορισμένες παραδοχές.
Πρώτα απ’ όλα, τι είναι αυτό που ονομάζουμε «περιβάλλον»; Πρόκειται για αμφίσημη έννοια. Συχνά μιλάμε για «φυσικό περιβάλλον», δηλαδή για το φυσικό κόσμο που περιβάλλει μια κοινότητα, και για «φύση» εννοώντας τον ευρύτερο φυσικό κόσμο. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, μιλάμε για «οικολογία», «οικολογικό περιβάλλον», «οικοκρίση» κ.ο.κ.
Εδώ πρέπει να κάνουμε μια μικρή παρένθεση για να δούμε τι σημαίνει η λέξη «κρίση» για την οποία θα διαβάσουμε πολλά στη συνέχεια. Η λέξη «κρίση» αποτελείται από πολλά σημαινόμενα. Εδώ θα αναφερθούμε σε τέσσερις βασικές κατηγορίες σηματοδοτήσεων που θεωρούμε ότι μπορούν να μας προσφέρουν τα πλαίσια μέσα στα οποία μπορούμε να κινηθούμε για να προχωρήσουμε στην εξέλιξη του θέματός μας. Κατ’ αρχήν πρέπει να γίνει αναφορά στους «διαδικαστικούς ορισμούς» της κρίσης (Wiener and Kahn, 1962).[8] Καταχωρούμε τους εξής ορισμούς που εντάσσονται στα πλαίσια της πολιτικής επιστήμης. - Η κρίση είναι συχνά σημείο καμπής σε μίαν αναπτυσσόμενη διαδοχή γεγονότων και πράξεων. -Η κρίση είναι μία κατάσταση στην οποία απαιτείται υψηλός βαθμός δραστηριοποίησης των συμμετεχόντων. -Η κρίση απειλεί τους στόχους και τους σκοπούς των συμμετεχόντων. -Η κρίση ακολουθείται από ένα σημαντικό αποτέλεσμα του οποίου οι συνέπειες μορφοποιούν το μέλλον των συμμετεχόντων. -Η κρίση αποτελείται από τη σύγκλιση γεγονότων που καταλήγει σε ένα νέο σύνολο γεγονότων. -Η κρίση παράγει αβεβαιότητες στην εκτίμηση μίας κατάστασης και στο σχηματισμό εναλλακτικών λύσεων για την αντιμετώπισή της. -Η κρίση μειώνει τον έλεγχο επί των γεγονότων και των αποτελεσμάτων τους. -Η κρίση εντείνει την πίεση, που συχνά παράγει το στρες και την αγωνία των συμμετεχόντων. -Η κρίση είναι μία περίπτωση κατά την οποία η πληροφορία που διατίθεται στους συμμετέχοντες είναι, συνήθως, ανεπαρκής. -Η κρίση αυξάνει τις χρονικές πιέσεις για τους συμμετέχοντες. -Η κρίση χαρακτηρίζεται από αλλαγές στις σχέσεις ανάμεσα στους συμμετέχοντες. -Η κρίση αυξάνει τις εντάσεις ανάμεσα στους συμμετέχοντες. Σε κάποιες από τις θέσεις του «δωδεκάλογου» της «διαδικασιολογικής» θεωρίας για την κρίση συμπίπτουν και οι διαπιστώσεις των Μiller and Iscoe (1963), που προέρχονται από το χώρο των κοινωνιολογικών και ψυχολογικών ερευνών:[9] -Μία κατάσταση κρίσης είναι μάλλον οξεία παρά χρόνια, αν και η διάρκειά της είναι συνήθως απροσδιόριστη. -η κρίση καταλήγει συχνά σε συμπεριφορές «παθολογικές», όπως η ανικανότητα και η αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων. -η κρίση απειλεί τους στόχους των εμπλεκομένων ατόμων. -η κρίση είναι σχετική:αυτό που είναι κρίση για κάποιον μπορεί να μην είναι για κάποιον άλλο. -η κρίση προκαλεί ένταση στον οργανισμό και άγχος. Τέλος, η «ντεσιζιονιστική» θεωρία του C.Barnard (1962) αναφέρεται σε τρεις διαστάσεις της έννοιας «κρίση»:[10] -αναγνώριση της φύσης του γεγονότος: εξωγενές ή ενδογενές για τους «παραγωγούς αποφάσεων». -εκτίμηση του χρόνου απόφασης: βραχεία, μέση, μακρά διάρκεια. -εκτίμηση της σχετικής σημασίας των αξιών για τους συμμετέχοντες: υψηλή ή χαμηλή.
Επίσης και για τον Barnard ισχύει η θέση ότι η κρίση για το ένα μέρος ενδέχεται να μην εκλαμβάνεται ως τέτοια από το άλλο μέρος. Τέλος, δίδεται ιδιαίτερο βάρος στο ερώτημα: «η μονάδα απόφασης προκάλεσε την κρίση ή προκλήθηκε απ’ αυτήν;»
[3] Βλ. Brown S. (2000) “The Silent Leader: Rachel Carson’s Role in the Emergence of the Modern Enviromental Movement.” Enivironmental Studies at Yale. http://www.yale.edu/evst/abstract00.html#Anchor-The-11481. H Carlson δεν εμφανιζόταν συχνά στους δημόσιους χώρους και δέχθηκε να πάρει μέρος ως ομιλήτρια σε πολύ λίγες εκδηλώσεις. Δεν έκανε, εξάλλου, καμία προσπάθεια να οργανώσει κάποια ομάδα ή οργάνωση. Απεναντίας δέχθηκε να παίζει συμβουλευτικό και συγγραφικό ρόλο.
for Survival. London: The Ecologist.